ὑπεξαγωγή

ὑπεξαγωγή
ὑπ-εξ-αγωγή, , das Heraus- u. Fortführen

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • υπεξαγωγή — η / ὑπεξαγωγή, ΝΜΑ [ὑπεξάγω] η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού υπεξάγω νεοελλ. 1. λαθραία αφαίρεση 2. φρ. «υπεξαγωγή εγγράφων» (νομ.) η σκόπιμη και βλαπτική αλλότριου συμφέροντος απόκρυψη, βλάβη ή καταστροφή εγγράφου το οποίο δεν ανήκει εξ… …   Dictionary of Greek

  • υπεξαγωγή — η λαθραία εξαγωγή, δόλια αφαίρεση, εξαφάνιση: Υπεξαγωγή δημόσιων εγγράφων …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ὑπεξαγωγαῖς — ὑπεξαγωγή withdrawal fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑπεξαγωγῆς — ὑπεξαγωγή withdrawal fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”